Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Μια μέρα,στον Ηλεκτρικό.!

Πάντα μου άρεσε η διαδρομή με τον ηλεκτρικό. Να ξέρεις, οι άνθρωποι που τρέχουν πανικόβλητοι στις σκάλες και στους διαδρόμους αλλά και εκείνοι οι πλανόδιοι που πουλάνε τις πραμάτειες τους στα βαγόνια. Πάντα μου άρεσε να τους παρατηρώ. Άλλοτε τις ανησυχίες τους, άλλοτε τα βλέμματα τους, άλλοτε τα νεύματα που κάνουν με το κεφάλι τους και άλλοτε μου αρέσει να παρατηρώ εκείνη τη σιωπή τους που εδώ και χρόνια έχουν κάνει συνενοχή...
 Η ώρα 15:00. Εγώ δεν περίμενα πολύ στη στάση, μιας και το τρένο έφτασε αμέσως. Κάθομαι στην καθιερωμένη θέση μου, στο τελευταίο βαγόνι, δίπλα από μια ηλικιωμένη κυρία. Απέναντι,στεκόταν μια νεαρή κοπέλα γύρω στα τριάντα. Στη πρώτη στάση, στη Βικτώρια το τρένο σταματά. Πληθώρα κόσμου εισέρχεται στο βαγόνι. Ένας ρακένδυτος άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα τους, Σκισμένα ρούχα και παπούτσια ενώ ήταν εμφανώς ατημέλητος. Η κούραση ήταν έκδηλη στα μάτια του ενώ ήταν φανερά κατάκοπος. Ζητά βοήθεια. "Πεινάω" φώναζε συνεχώς και τα μάτια του είχαν βουρκώσει. Ξεσπά και φωνάζει μήπως τον ακούσουμε. Μάταια. Άλλοι αδιάφοροι και άλλοι τον κοιτούν με εκείνο το βλέμμα της απαξίωσης. Η ηλικιωμένη κυρία που στέκεται δίπλα μου βγάζει το μικρό μαύρο πορτοφολάκι της και του δίνει λίγα κέρματα. Την ακολουθώ και εγώ με τη σειρά μου. Μας ευχαριστεί και μας ζητά συγνώμη για την ενόχληση. Το τρένο σταματά και πάλι, εκείνος κατεβαίνει και εύχεται καλές γιορτές σε όλους. 
 Η νεαρή κοπέλα που στέκεται απέναντι μου, στρέφει το βλέμμα της προς την ηλικιωμένη κυρία, και αναφωνεί" Πόσα ψέματα θα σκαρφιστεί ο κόσμος για να πάρει χρήματα", εκείνη της χαμογελά και της απαντά" Δεσποινίς μου, κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, ίσως αυτή να είναι η δική του αλήθεια". Εκείνη δείχνει να ενοχλείται και σταματά τη συζήτηση. Εγώ δε μίλησα. Ίσως, το θεώρησα άσκοπο.Ίσως και να πρεπε ποιος ξέρει. Κατέβηκα στο Μοναστηράκι. Πριν βγω από το βαγόνι βλέπω την ηλικιωμένη κυρία να μου χαμογελά. Της χαμογελώ και εγώ. Της εύχομαι καλές γιορτές και της λέω πως κανείς δε θα μείνει μόνος του στη κρίση, παρά μόνο άνθρωποι που ακόμη εθελοτυφλούν, παρά μόνο άνθρωποι που θέλουν να ζουν σε μια κοινωνία νεκρών και όχι σε μια κοινωνία ανθρώπων. Ήταν και οι τελευταίες κουβέντες που αντάλλαξα με την ηλικιωμένη κυρία, μιας και το τρένο με άφησε στο προορισμό μου...
 Δε ξέρω τελικά σε τι κοινωνία ζούμε, δε ξέρω ακόμη. αν τελικά μπορούν να αλλάξουν οι  συνειδήσεις καθώς και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα και τις καταστάσεις που εκτυλίσσονται γύρω μας. Το μόνο που ξέρω σίγουρα , είναι πως αν θέλουμε να δούμε ποια πραγματικά είναι η αλήθεια μέσα στο περιτύλιγμα της κοινωνίας καλό θα είναι να πάμε μια βόλτα μέχρι το σύνταγμα. Εκεί που δίπλα στα λαμπιόνια και στα στολίδια έχουν γεμίσει τα παγκάκια με αστέγους, καλό θα είναι να ανέβουμε μέχρι πιο πάνω που είναι στοιβαγμένοι Σύριοι πρόσφυγες με κουβέρτες και χαρτόκουτα, καλό θα είναι να περάσουμε μια βόλτα από τις απολυμένες καθαρίστριες, από τα σχολεία που υπολειτουργόυν, από τα νοσοκομεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο, από τις φυλακές που μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα γίνονται ένα σύγχρονο Γκουαντανάμο αλλά και από εκείνα τα παιδιά που κάνουν απεργία πείνας για μιαν ανάσα ελευθερίας, 
 Ξέρεις, τελικά, αν απαντούσα σε εκείνη τη νεαρή κοπέλα όλα εκείνα θα της έλεγα. Ίσως μόνο να πρόσθετα εκείνους τους στίχους του Πάστορα Martin Niemöller , που έλεγαν πως" Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα, δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει"..





Καλή συνέχεια.!


Υγ: To Κείμενο υπάρχει και στο site  http://theoldschoolmusic.com στη στήλη, μικρόκοσμος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου