Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ο Θείος μου, Γιάννης Μαρρές.!

Θα ταν Χειμώνας.'Ωρα επτά, μετά μεσημβρίας. Τόπος; Πολύδροσος, Φωκίδας. Από εκεί που άρχισαν και τελείωσαν όλα...Ξέρεις, θυμάμαι την μάνα μου, να μου βάζει αυτές τις χοντρές καζάκες που μας έπλεκε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. Έπειτα θυμάμαι να με παίρνει από το χέρι και να κατηφορίζουμε μαζί...Η Διαδρομή γνώριμη και συνηθισμένη. Από το σπίτι μας, στο σπίτι της Θείας Τασούλας και του Θείου Γιάννη και πάλι πίσω. Μια διαδρομή, που παρότι συνηθισμένη έκρυβε την δική της ομορφιά. Ξέρεις, γραφικά σοκάκια με αψεγάδιαστους και αυθεντικούς ανθρώπους. Θυμάμαι και εκείνη την ξύλινη πόρτα, πόσο μεγάλη φάνταζε στα μάτια μου, έπειτα να, θυμάμαι και εκείνη την όμορφη αυλή. Είναι περίεργο ξέρεις, σε εκείνο το σπίτι ένιωθα, πως η Άνοιξη έκανε ποδαρικό πάντα πριν την ώρα της. Ας πούμε, πως το μεγαλείο της φύσης, απλωνόταν σε κάθε σημείο του σπιτιού,..
Ύστερα στο νου μου φέρνω και εκείνον. Ναι, τον θυμάμαι να κάθεται στη ξύλινη καρέκλα του, στην άκρη του μπαλκονιού και να καπνίζει με περίσσιο σεβασμό,την πίπα του. Αν τον έβλεπες και συ να σου μιλά, θα σου ερχόντουσαν στο νου αυθόρμητα κάποιοι στίχοι του Νίκου Καββαδία που πήγαιναν κάπως έτσι" Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη. Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου. Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες, ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω, κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει, κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.
Ο Γιάννης Μαρρές, ήταν άνθρωπος άρρηκτα συνδεδεμένος με την Λογοτεχνία, αλλά και με τους αγώνες μιας και ήταν μέλος της τοπικής αντιστασιακής οργάνωσης,όλοι γνωρίζουν άλλωστε πως είχε εξοριστεί το 1967 κατά τη περίοδο της δικτατορίας, στη Γυάρο. Μαρτυρίες του, μπορεί να βρει κανείς από το βιβλίο "¨Θητεία στη Γυάρο".
Άνθρωπος, με μεγάλη ιστορία πίσω του,  αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της Λογοτεχνίας ενώ υπήρξε στενός φίλος του Νικηφόρου Βρεττάκου. Το 1965, ο Δημήτρης Λιάτσος στο περιοδικό "Χρονικά της Νίκαιας", μιλά για τον Λογοτέχνη Γιάννη Μαρρέ. 
" Ο Γιάννης Μαρρές, μπορεί να ζει στην επαρχία , εκεί στους πρόποδες του Πολυτραγουδισμένου Παρνασσού, δεν έπαψε όμως ποτέ να είναι ένας ακέραιος πνευματικός άνθρωπος, γιομάτος ιδανικά, που η καρδιά του πάλλεται από ενδιαφέροντα, όχι μόνο πνευματικά αλλά και ανθρώπινα. Για αυτόν καλύτερα θα μπορούσε να μας μιλήσει ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, που στην Πολύδροσο αντάμωσε τον Μαρρέ. Ακόμα ο μεγάλος ιστορικός Γιάννης Κορδάτος που πέρασε από το χωριό του Γιάννη Μαρρέ και πολλοί άλλοι πνευματικοί άνθρωποι, που γνώρισαν από κοντά τον λογοτέχνη και τον άνθρωπο Γιάννη Μαρρέ."
Ναι, αυτός ήταν ο Θείος μου, ο Γιάννης. Άνθρωπος των γραμμάτων και τεχνών. Άνθρωπος με αξίες και με ιδανικά. Άνθρωπος που εξέφραζε πάντα ριζοσπαστικές απόψεις, άνθρωπος που αγαπούσε τον τόπο που μεγάλωσε, τη Σουβάλα, και που μιλούσε για τον τόπο αυτό με τόση αγάπη και υπερηφάνεια...
 Ο νους μου γυρνάει πάλι σε εκείνο το σπίτι, πάντα μου έκανε εντύπωση εκείνο το μπαστούνι. Συνήθως το έβλεπες να στέκεται δίπλα στο τζάκι του γραφείου του. Ξέρεις, η μάνα μου, μου είχε πει την ιστορία για κείνη την περιπέτεια που είχε. Αυτή η περιπέτεια βέβαια, είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει το Αριστερό του πόδι. Στη θέση του, τοποθετήθηκε ένα ξύλινο κατασκεύασμα όπως συνήθιζε να το αποκαλεί ο ίδιος. Μια από εκείνες τις μέρες,της φοβερής απομόνωσης του, από τους συνανθρώπους του όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, βγάζει ένα μικρό μπλοκάκι και ένα μολύβι από την τσέπη του και γράφει το παρακάτω ποίημα με τίτλο το Μπαστούνι μου"Μπορεί να ήταν κάποτε μέλεγος, κερασιά,πουρνάρι, ή κάτι άλλο- που να ξέρω.Τραγουδούσε στον άνεμο, χαιρόταν τον ήλιο, τη βροχή και τα πουλιά μέσα στα φύλλα του έκαναν έρωτα και γλυκοκελαϊδούσαν. Τώρα δεν είναι παρά το μπαστούνι μου!Τούτο για σας είναι ένα τίποτα. Για μένα όμως-καθώς δεν είμαι πια ένας ακέραιος άνθρωπος -είναι το παν.Με βοηθάει όσο κανείς.Για αυτό το τραγουδάω!Σκεφτείτε:Χωρίς αυτό δε κάνω ούτε ένα βήμα".
Η ώρα περνάει και το μυαλό μου, έχει κατακλυστεί από όμορφες μνήμες αλλά και εικόνες, Να, μου ρχεται φευγαλέα εκείνη η γραφομηχανή που βρίσκονταν πάντα σε εκείνο το σημείο στη μέση του γραφείου του, έπειτα φέρνω στο νου μου το τζάκι με εκείνη τη φλόγα να τρεμοπαίζει αλλά και κείνο τον πίνακα που χε ζωγραφίσει ο ίδιος. Νομίζω, κοσμούσε όμορφα το τζάκι. 
 Μετά να, φέρνω στο νου μου και εκείνη. Η Θεία μου η Τασούλα, πάντα αγαπητή σε όλους. Στήριγμα του Γιάννη Μαρρέ από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής του. Σύντροφος, καλή φίλη, συγγενής, Πάντα θυμάμαι να με περιμένει στο κατώφλι του σπιτιού, περιτριγυρισμένη από γάτες. 
Τις αγαπούσε και εκείνη, πολύ βλέπεις όπως και ο θείος μου. Πάντα με ένα γλυκό του κουταλιού στο χέρι.Θυμάμαι όταν είχε καταπέσει και εκείνη, η γιαγιά μου με έστελνε να της πηγαίνω φαγητό. Ακόμη και τότε χαμογελαστή και αγέρωχη. Μια μέρα και ενώ έραβε σιωπηλή και θλιμμένη ο Γιάννης Μαρρές αρχίζει και γράφει το παρακάτω ποίημα με τίτλο Να μην Ανησυχείς" Όταν κλείνομαι στον εαυτό μου και δείχνω ότι σε ξέχασα ,να μην ανησυχείς.Ψάχνοντας να βρω το δρόμο που θα μας οδηγήσει προς το φως εσένα σκέφτομαι και τότε.Χίλιες φορές σου το χω ειπεί για να σε πείσω.Κι ακόμα μια: Να μην ανησυχείς." 
 Τέτοιοι άνθρωποι ήταν οι Θείοι μου. Άνθρωποι που αγαπήθηκαν από την αρχή μέχρι το τέλος...Αλήθεια, δε ξέρω γιατί έφερα στη μνήμη μου όλες αυτές τις εικόνες, είναι που προσφάτως επισκέφθηκα εκείνο το σπίτι. Είχα σχεδόν βουρκώσει. Η ξύλινη πόρτα που φάνταζε θεριό μπροστά μου,κλειδαμπαρωμένη, οι τοίχοι έτοιμοι να πέσουν από την υγρασία, ενώ το τοπίο υποδήλωνε παραίτηση και εγκατάλειψη. Μια επιγραφή στο τοίχο " Οδός, Γιάννη Μαρρέ" είναι ίσως το μόνο στοιχείο που αποδεικνύει πως κάποτε αυτό το σπίτι είχε ζωή, πως κάποτε αυτό το σπίτι είχε φιλοξενήσει επιφανείς ανθρώπους, πως κάποτε αυτό το σπίτι είχε φιλοξενήσει φίλους και συγγενείς του Γιάννη Μαρρέ. Επιθυμία του δε, για όποιον δεν το γνωρίζει, ήταν να δωριστεί το σπίτι στον τότε Δήμο Παρνασσού με σκοπό την άμεση αξιοποίηση του. Πράγματι, αυτό συνέβη, χωρίς όμως να υπάρξει αντίκρυσμα. Θα περίμενε κανείς με την πάροδο των χρόνων να δει στην θέση του κάποιο λαογραφικό μουσείο ή κάποιο πολιτιστικό κέντρο. Στον αντίποδα το μόνο που μπορεί να αντικρίσει κανείς είναι ντουβάρια, μια σκεπή έτοιμη να καταρρεύσει και ένα τοπίο ερήμωσης και κατεδάφισης. 
 Ο Γιάννης Μαρρές, έφυγε από την Ζωή το 2003. Μη με ρωτήσεις τι θα μου λεγε αν ζούσε σήμερα. Ίσως να μη μπορώ να στο απαντήσω...Η μάλλον...Ξέρεις θα μου λεγε πως υπάρχουν δρόμοι ευθύγραμμοι,καμπυλωτοί,δύσβατοι, ανηφορικοί, κακοτράχαλοι και κατηφορικοί στη ζωή.Χρέος μας είναι να βρίσκουμε διεξόδους και να διαβαίνουμε όσο πιο άνετα μπορούμε, τους δρόμους,όποιοι και αν είναι αυτοί.,,Ναι αυτός ήταν ο Λογοτέχνης και Θείος μου Γιάννης Μαρρές, ένας επίμονος οδοιπόρος, που περπατώντας με ξύλινο πόδι στους δύσβατους δρόμους της ζωής είδε, έπαθε και έμαθε πολλά, παρέμεινε ευθυτενής και στη ζωή του πέτυχε όσα και κάποιοι άλλοι συνάνθρωποι του υγιείς.!




Καλή συνέχεια.!

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Αντίστροφη μέτρηση.!

Θα μασταν κάπου στα δεκαοκτώ, όταν είχαμε πρωτομπεί στις σχολές της πρώτης μας επιλογής.Η χαρά μεγάλη,μιας και πιστεύαμε πως είχαμε αγγίξει το όνειρο.Οι μέρες και τα χρόνια κυλούσαν και μεις ακόμη ζούσαμε αυτό που μέχρι πριν λίγο καιρό θεωρούσαμε ανέφικτο.Είχαν αρχίσει βέβαια, να φαίνονται εκείνα τα πρώτα σημάδια...Ναι, εκείνα τα σημάδια που έδειχναν πως κάποια στιγμή θα μας έκλεβαν το όνειρο...Υποβάθμιση της παιδείας, μείωση του προσωπικού, λουκέτο σε πληθώρα τμημάτων, φροντιστηριακά μαθήματα ενώ πολλές φορές γινόντουσαν ακόμη και συζητήσεις στα κρυφά,για ύπαρξη διδάκτρων.Κάποιοι από μας,μετά το πέρας των σπουδών μείναμε πίσω,δε φύγαμε...Ίσως δε μπορούσαμε,ίσως δειλιάσαμε,ίσως ήταν και γραφτό μας να μείνουμε...Ποιός ξέρει...
Οι περισσότεροι από εμάς πάντως, το παλέψανε.Ναι το παλέψανε...Όποιοι βρήκαν εργασία στο αντικείμενο τους ήταν τυχεροί, με μισθούς βέβαια που ντρέπεσαι και να αναφέρεις, άλλοι πάλι μέσω της εθελοντικής εργασίας ή μέσω άλλων προγραμμάτων προσπάθησαν να επιβιώσουν και να πάρουν εφόδια για το μέλλον, άλλοι πάλι τα παράτησαν γιατί κουράστηκαν.Ναι,κουράστηκαν να ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον μαύρης εργασίας, κουράστηκαν να εργάζονται στο βωμό του εθελοντισμού, κουράστηκαν να ακούν πως κάποια στιγμή στο μέλλον θα πάρουν τα δεδουλευμένα τους,κουράστηκαν να περιμένουν στις ουρές για να μπουν σε κάποιο ταμείο ανεργίας για λίγες δεκάρες.Το σημαντικότερο όμως για μένα,είναι πως κουράστηκαν να ελπίζουν,να διεκδικούν και να ονειρεύονται...Άλλωστε κάποιοι φρόντισαν να τους στερήσουν το δικαίωμα στο όνειρο,άλλωστε κάποιοι φρόντισαν να τους κάνουν να λυγίζουν και να συμβιβάζονται ακόμη και με το τίποτα...
Σε όλους εκείνους έχω να πως οι μέρες της αφθονίας τους είναι μετρημένες,σε όλους εκείνους έχω να πω,πως η ιστορία θα γραφτεί ξανά από την αρχή από εμάς που δε συμβιβάζομαστε με τίποτα λιγότερο από τα πάντα...
Άλλωστε εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη,εμείς,που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως...Άλλωστε αύριο είναι τα γενέθλια του ήλιου κι ο ήλιος έχει τα χρόνια μας.Εδώ που φτάνουμε άκρη άκρη στ’ όνειρο μας, γιορτάζουμε μαζί με τον ήλιο την ίδια μέρα – κάθε μέρα...



Καλή συνέχεια.!

Υγ:Οι τελευταίοι στίχοι είναι απο το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου                          " Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού"

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Και ποιος είπε ότι είμαστε, Charlie Hebdo;!

Ξέρεις, θυμάμαι τον Δεκέμβρη του 08. Ναι, εκείνον τον Δεκέμβρη. Από εκεί που άρχισαν όλα. Εκείνον τον Δεκέμβρη που σηματοδότησε πολλά.  Θυμάμαι τον κόσμο, τις φωνές, τα δακρυγόνα, την καταστολή, την βία αλλά και τους τραυματισμούς. Θυμάμαι και σένα να λες πως τα παιδιά σου δεν έχουν κανέναν λόγο να βρίσκονται στην περιοχή των Εξαρχείων. Θυμάμαι να λες πως όποιος συχνάζει εκεί" θέλει και τα παθαίνει". Έπειτα θυμάμαι και κείνο το παιδί τον Νίκο. Ναι, εκείνος ο μαθητής που αγωνίστηκε για το δικαίωμα του στην μόρφωση, κάνοντας απεργία πείνας. Εσύ μέσα σου, προσευχόσουν να είχε πεθάνει. Εσύ μέσα σου, προσευχόσουν να είχε στερηθεί του υπέρτατου αγαθού της παιδείας. Άλλωστε, άτομα σαν τον Νίκο, δεν χωράνε στην δική σου κοινωνία σωστά;
Έπειτα σε θυμάμαι να σχολιάζεις εκείνες τις ειδήσεις των οκτώ. Ήταν την περίοδο που είχε γίνει σάλος με την παράσταση Corpus Christi του Λαέρτη Βασιλείου, στο θέατρο Χυτήριο. Έργο που λογοκρίθηκε πολύ, καθότι θεωρήθηκε βλάσφημο. Θυμάμαι, να κάθεσαι στην καφέ σου πολυθρόνα και να σχολιάζεις με τις ώρες τον τίτλο του έργου, να συναινείς στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν εκείνη την νύχτα και το κυριότερο να σωπαίνεις...
 Ακόμη, φέρνω στο νου μου και τον Φίλιππο, που καταδικάστηκε σε δέκα μήνες φυλάκισης. Ο λόγος; Η σάτιρα προς το πρόσωπο του Γέροντα Παϊσιου. Θυμάμαι όμως και σένα που και πάλι σώπασες... Ήταν και αυτός βλάσφημος βλέπεις...
 Ξέρεις, δε παύω να σκέφτομαι και όλα εκείνα τα οικεία πρόσωπα. Τους Σύριους πρόσφυγες στο Σύνταγμα, τις ψυχές εκείνων που τους ξέβρασε η θάλασσα στο Φαρμακονήσι, τους εργάτες στη μανωλάδα, τους μετανάστες που ζητούν ένα καλύτερο αύριο αλλά και μας. Ναι εμάς, που είμαστε θεατές σε κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας. Σε εμάς, που μόνο Charlie Hebdo δε μπορούμε να βροντοφωνάζουμε πως είμαστε.
 Σε μας, που έχουμε αφήσει να διεισδύσουν στη ζωή μας, ο ρατσισμός, ο φανατισμός, η λογοκρισία, η φίμωση, η βία, η προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση. Σε μας, που σωπαίνουμε αλλά και που συναινούμε στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε μας, που μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στη Γαλλία, εν μία νυκτί, καταδικάσαμε την βία από όπου και αν προέρχεται...
Ξέρεις κάτι; νομίζω πως θα έρθει η στιγμή που δε θα αντέξουμε, που θα ξεσπάσουμε και δεν θα φοβηθούμε και θα ελπίζουμε και κάθε στιγμή το λαρύγγι μας θα γεμίσει με ένα φθόγγο, με ένα ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μας λέει: Μίλα... 




Καλή συνέχεια.!

Υγ: Το κείμενο κλείνει με στίχους του Αζίζ Νεσίν από το ποίημα       " Σώπα, μη μιλάς"


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα.!

Τα Χριστούγεννα,όνομα ουσιαστικόν,πολύ ουσιαστικόν,πληθυντικός αριθμός. Μόνον πληθυντικός... Κάπως έτσι θα ξεκινούσε η Κική Δημουλά κάποιο από τα δυσνόητα κειμενά της, πραγματευόμενη τα Χριστούγεννα...Ίσως και όχι,ποιός ξέρει...
Για μένα ξέρεις,τα Χριστούγεννα είναι πράγματι, κάτι πολύ ουσιαστικό και ανεκτίμητο. Οικογενειακά μαζέματα, ιστορίες από το παρελθόν, αστεία άνευ περιεχομένου, που είναι όμως τόσο γουστόζικα, τόσο,που δε μπορείς να κρατηθείς εύκολα από τα γέλια, παιδιά που γυρνούν στους δρόμους με τρίγωνα στο χέρι, εκείνη η αγκαλιά των γονιών σου, τα μελομακάρονα της μάνας σου,ακόμη και κεινο το κούτσουρο που στέκεται στο τζάκι του σπιτιού σου και που καίει ακόμη, περιμένοντας σε να γυρίσεις από το ξενύχτι σου... Ναι, αυτά όλα, είναι για μένα τα Χριστούγεννα. Είναι οι άνθρωποι,οι μυρωδιές, είναι τα χαμόγελα των παππούδων μου, είναι εκείνη φράση " Έλα να σε φιλέψω" που κρύβει τόση ανιδιοτέλεια μέσα της...
Αυτές τις γιορτές ξέρεις, νομίζω πως νιώθω λίγο πιο δυνατή. Είναι, που έτυχε να γνωρίσω φυλακισμένες γυναίκες, είναι που είδα παιδιά με τετραπληγίες να τραγουδούν με τόση λαχτάρα και να μου χαμογελούν, είδα ψυχικά ασθενείς να με συγκινούν, υποδυόμενοι ρόλους,σε κάποια θεατρική παράσταση, είδα γονείς, οικονομικά αδύνατους να φέρνουν σακούλες με παιχνίδια και τρόφιμα σε οικογένειες που πραγματικά νοσούν. Κάπου εκεί όμως είδα και μένα να άλλαζω, να παρατηρώ,να εξελίσσομαι, να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος και να εκτιμάω ότι μου φέρνει η κάθε μέρα...Ναι, να εκτιμάω και να χαίρομαι για το κάθετι που μου συμβαίνει...
Εύχομαι το νέο έτος, να μας βρει λιγότερο υλιστές και λιγότερο εγωιστές, να μας βρει να αφουγκραζόμαστε όχι μόνο τις δικές μας ανάγκες αλλά και του διπλανού μας. Εύχομαι ακόμη, να μπορέσουμε να αναπτύξουμε το αίσθημα της αλληλεγγύης αλλά και να μάθουμε να είμαστε λιγότερο μίζεροι...Να μη βλέπουμε μόνο το άσπρο και το μαύρο, να αγωνιζόμαστε και να ελπίζουμε, να είμαστε ευφάνταστοι,να δημιουργούμε περισσότερο και να διεκδικούμε. Άλλωστε,η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας που πρέπει να κερδιθεί, πάση θυσία...
Να θυμάσαι,πως, μπορείς να τυφλωθείς,αν βλέπεις όλες τις μέρες ίδιες. Κάθε μέρα είναι διαφορετική, κάθε μέρα φέρνει ένα δικό της θαύμα. Το ζήτημα είναι να δώσεις προσοχή στο θαύμα...

Καλές Γιορτές, με 2015 ευχές.!

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Μια μέρα,στον Ηλεκτρικό.!

Πάντα μου άρεσε η διαδρομή με τον ηλεκτρικό. Να ξέρεις, οι άνθρωποι που τρέχουν πανικόβλητοι στις σκάλες και στους διαδρόμους αλλά και εκείνοι οι πλανόδιοι που πουλάνε τις πραμάτειες τους στα βαγόνια. Πάντα μου άρεσε να τους παρατηρώ. Άλλοτε τις ανησυχίες τους, άλλοτε τα βλέμματα τους, άλλοτε τα νεύματα που κάνουν με το κεφάλι τους και άλλοτε μου αρέσει να παρατηρώ εκείνη τη σιωπή τους που εδώ και χρόνια έχουν κάνει συνενοχή...
 Η ώρα 15:00. Εγώ δεν περίμενα πολύ στη στάση, μιας και το τρένο έφτασε αμέσως. Κάθομαι στην καθιερωμένη θέση μου, στο τελευταίο βαγόνι, δίπλα από μια ηλικιωμένη κυρία. Απέναντι,στεκόταν μια νεαρή κοπέλα γύρω στα τριάντα. Στη πρώτη στάση, στη Βικτώρια το τρένο σταματά. Πληθώρα κόσμου εισέρχεται στο βαγόνι. Ένας ρακένδυτος άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα τους, Σκισμένα ρούχα και παπούτσια ενώ ήταν εμφανώς ατημέλητος. Η κούραση ήταν έκδηλη στα μάτια του ενώ ήταν φανερά κατάκοπος. Ζητά βοήθεια. "Πεινάω" φώναζε συνεχώς και τα μάτια του είχαν βουρκώσει. Ξεσπά και φωνάζει μήπως τον ακούσουμε. Μάταια. Άλλοι αδιάφοροι και άλλοι τον κοιτούν με εκείνο το βλέμμα της απαξίωσης. Η ηλικιωμένη κυρία που στέκεται δίπλα μου βγάζει το μικρό μαύρο πορτοφολάκι της και του δίνει λίγα κέρματα. Την ακολουθώ και εγώ με τη σειρά μου. Μας ευχαριστεί και μας ζητά συγνώμη για την ενόχληση. Το τρένο σταματά και πάλι, εκείνος κατεβαίνει και εύχεται καλές γιορτές σε όλους. 
 Η νεαρή κοπέλα που στέκεται απέναντι μου, στρέφει το βλέμμα της προς την ηλικιωμένη κυρία, και αναφωνεί" Πόσα ψέματα θα σκαρφιστεί ο κόσμος για να πάρει χρήματα", εκείνη της χαμογελά και της απαντά" Δεσποινίς μου, κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, ίσως αυτή να είναι η δική του αλήθεια". Εκείνη δείχνει να ενοχλείται και σταματά τη συζήτηση. Εγώ δε μίλησα. Ίσως, το θεώρησα άσκοπο.Ίσως και να πρεπε ποιος ξέρει. Κατέβηκα στο Μοναστηράκι. Πριν βγω από το βαγόνι βλέπω την ηλικιωμένη κυρία να μου χαμογελά. Της χαμογελώ και εγώ. Της εύχομαι καλές γιορτές και της λέω πως κανείς δε θα μείνει μόνος του στη κρίση, παρά μόνο άνθρωποι που ακόμη εθελοτυφλούν, παρά μόνο άνθρωποι που θέλουν να ζουν σε μια κοινωνία νεκρών και όχι σε μια κοινωνία ανθρώπων. Ήταν και οι τελευταίες κουβέντες που αντάλλαξα με την ηλικιωμένη κυρία, μιας και το τρένο με άφησε στο προορισμό μου...
 Δε ξέρω τελικά σε τι κοινωνία ζούμε, δε ξέρω ακόμη. αν τελικά μπορούν να αλλάξουν οι  συνειδήσεις καθώς και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα και τις καταστάσεις που εκτυλίσσονται γύρω μας. Το μόνο που ξέρω σίγουρα , είναι πως αν θέλουμε να δούμε ποια πραγματικά είναι η αλήθεια μέσα στο περιτύλιγμα της κοινωνίας καλό θα είναι να πάμε μια βόλτα μέχρι το σύνταγμα. Εκεί που δίπλα στα λαμπιόνια και στα στολίδια έχουν γεμίσει τα παγκάκια με αστέγους, καλό θα είναι να ανέβουμε μέχρι πιο πάνω που είναι στοιβαγμένοι Σύριοι πρόσφυγες με κουβέρτες και χαρτόκουτα, καλό θα είναι να περάσουμε μια βόλτα από τις απολυμένες καθαρίστριες, από τα σχολεία που υπολειτουργόυν, από τα νοσοκομεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο, από τις φυλακές που μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα γίνονται ένα σύγχρονο Γκουαντανάμο αλλά και από εκείνα τα παιδιά που κάνουν απεργία πείνας για μιαν ανάσα ελευθερίας, 
 Ξέρεις, τελικά, αν απαντούσα σε εκείνη τη νεαρή κοπέλα όλα εκείνα θα της έλεγα. Ίσως μόνο να πρόσθετα εκείνους τους στίχους του Πάστορα Martin Niemöller , που έλεγαν πως" Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα, δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει"..





Καλή συνέχεια.!


Υγ: To Κείμενο υπάρχει και στο site  http://theoldschoolmusic.com στη στήλη, μικρόκοσμος