Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Η Πατρίδα



Πατρίδα είναι ο τόπος σου. Είναι οι μυρωδιές από τα γιασεμιά, τα κρυσταλλένια νερά των ποταμών, τα βουνά και οι πλαγιές. Οι ντόπιοι με τη πραμάτεια τους στον ώμο, οι αγρότες στα λιοπύρια αλλά κυρίως, όλοι εκείνοι οι αυθεντικοί άνθρωποι των παιδικών σου χρόνων. 

Ο δικός μου τόπος, είναι η Πολύδροσος (Σουβάλα), εκεί που ο χρόνος σταματά. Κεφαλοχώρι κτισμένο στις βουνοπλαγιές του Παρνασσού στο νομό Φωκίδας με απερίγραπτη φυσική ομορφιά, με τις πηγές του Βοιωτικού Κηφισού, τις λεγόμενες πηγές της Αγίας Ελεούσας, το φαράγγι στα νοτιοδυτικά του χωριού -για τους ντόπιους «Μαντάμια»- τα γραφικά σοκάκια, τα κρυφά μονοπάτια αλλά και το «μικρό διαμαντάκι» της Άνω Σουβάλας, ανάμεσα σε δάσος από έλατα, μηλιές και μαύρη πεύκη.

Από μικρή, είχα μεγάλη προσμονή για τον τόπο μου. Ο παππούς μου ο Γιάννης, κάθε φορά που έφτανα από την Αθήνα, με περίμενε στο πλατύσκαλο και εγώ χωνόμουν στην αγκαλιά του. Θυμάμαι τις ατελείωτες βόλτες με το αγροτικό στο «μικρό σπίτι στο λιβάδι» όπως το αποκαλώ, το «ρνίκι». Ο παππούς μου είχε περιβόλια εκεί. Έπειτα με πήγαινε στον στάβλο του. Αργότερα, μου αγόραζε από το καφενείο «αγνή» και ανηφορίζαμε για το σπίτι. Με τον παππού μου τον Γιάννη είχα πολλές μνήμες γιατί τον έζησα περισσότερο. Την γιαγιά μου την Ευθυμία, δυστυχώς την έχασα πολύ μικρή. Ωστόσο θυμάμαι τα μαύρα της μαλλιά και την παρουσία της. Αγέρωχη, στην βεράντα του σπιτιού μας, να κάθεται σε μια άσπρη καρέκλα και να κοιτά τον κάμπο κάθε βράδυ. 

Ακόμα και τώρα, στα εικοσιεννιά μου χρόνια όταν επιστρέφω στο σπίτι κοιτάω στο σημείο που καθόταν εκείνη. Θαρρείς, πως θα εμφανιστεί μπροστά μου, θα με πιάσει από το χέρι και θα μου δείξει τον φωτισμένο κάμπο. Οι παππούδες μου ήταν απλοί άνθρωποι. Ο παππούς μου ο Γιάννης, γνωστός σε όλο το χωριό ως Γιάννης Κοντογιάννης ήταν πεταλωτής και υδραυλικός. Πρόσφατα έμαθα από τον πατέρα μου ότι επιτελούσε και ρόλο κτηνιάτρου ενίοτε. Η αλήθεια είναι, ότι μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αξιοπρεπής. Δύσκολο να διαχειριστείς την απώλεια. Ακόμη και τώρα κοιτάω στα κλεφτά το πλατύσκαλο μήπως συναντηθούν τα βλέμματα μας. 

Ευτυχώς, έχω την τύχη να έχω ακόμη τους παππούδες από την πλευρά της μητέρας μου. Αγρότες, λαϊκοί άνθρωποι. Πότε δεν ζήλεψαν την μεγάλη ζωή. Μέχρι και τώρα, την ώρα του φαγητού, θα σου πουν ότι είναι ευγνώμονες για την φραντζόλα που υπάρχει στο τραπέζι. Τον παππού μου τον Θύμιο, τον θυμάμαι πάντα με τη μικρή του φρέζα να πηγαίνει στα μανάρια, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Ύστερα, στο καφενείο για κρασί με τον αδερφό του τον Θόδωρο. 

Κάπου κάπου και με τον αδερφό του τον Γιώργο. Η αδερφή του η Τασούλα,τον επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι. Η γιαγιά μου της έψηνε καφέ. Δεν καθόταν πολύ γιατί δεν ήθελε να αφήνει βλέπεις, τον μονάκριβο της άντρα, Γιάννη. Αχώριστα αυτά τα αδέρφια. Μαζί στα εύκολα, στα δύσκολα, στις χαρές, τις λύπες. Μέχρι που τα έχασε όλα, και τα επτά και έμεινε μόνος του με τον φόβο του θανάτου. Μπορεί τώρα, στα ογδόντα επτά του χρόνια να μην ακούει αλλά κάθε φορά που τον επισκέπτομαι έχει να μου πει πολλές ιστορίες από τα παλιά. Θα παίξουμε την κολιτσίνα μας, θα πιούμε το κρασάκι μας και θα κάτσουμε στην αυλή να πούμε τα δικά μας. Είναι λες και έχουμε αναπτύξει τον δικό μας κώδικα επικοινωνίας. 

Για την γιαγιά μου τη Λουκία, λέξεις δύσκολα θα βγουν από το στόμα μου. Δεύτερη μάνα. Στην αυλή της μίλησα για πρώτη φορά, εκεί περπάτησα, εκεί έκλαψα, έπαιξα, γέλασα με τη ψυχή μου, εκεί μεγάλωσα και ενηλικιώθηκα. Όλα εκεί. Μπορεί να την έχουν προδώσει τα πόδια της αλλά είναι σκληρό καρύδι η γιαγιά μου. Αγαπητή σε όλους. Θα μιλήσει κάθε μέρα με τις ξαδέρφες της, Γιαννούλα και Χριστίνα αλλά και την αδερφή της την Γιαννίτσα. Έχω πολλές μνήμες από εκείνη. Τόσο ευφάνταστη στο να πλάθει ιστορίες για να κοιμάμαι τα βράδια. Ακόμη και τώρα την ρωτάω αν θυμάται καμία από δαύτες. Ειδάλλως, τραγουδάμε μαζί κανένα παραδοσιακό. Πάντα της άρεσε άλλωστε να μου τραγουδά. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Η Σουβάλα. Είναι οι μνήμες, οι θύμησες, οι άνθρωποι της, οι παιδικοί μου φίλοι, οι άνθρωποι που έχουν φύγει αλλά τους κουβαλάω μέσα μου, τα χρώματα, τα αρώματα, οι μυρουδιές, ο πολυτραγουδισμένος Παρνασσός, τα τρεχούμενα νερά, τα έλατα.

Υγ:(...)Θέλω να υφάνω, ν’ αποδώσω με λέξεις το ρυθμό του νερού, που χτυπάει στα χαλίκια κάτω απ’ τις φτέρες σου. Ν’ ακούγεται όμοια και η ψυχή μου κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα στους στίχους μου, να ρέει συνεχώς, καθαρά, τρυφερά, (από δω ουρανός κι από κει ουρανός) μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο. Το ξέρω ότι ήσουν και πριν γεννηθώ. Το ύψος σου πάντως βγήκε από μέσα μου(...) Νικηφόρος Βρεττάκος « Ποιήματα για το ίδιο Βουνό»


Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Όταν μια κοινωνία εκφασίζεται!

Όταν είσαι από άλλο τόπο, δεν έχεις ούτε παρόν ούτε μέλλον. Είσαι αυτός ο Ξενος. Ο πρόσφυγας. Ο μετανάστης. Είσαι κάτι κακό για τούτη εδώ την κοινωνία. Κάτι νοσηρό που αλλοιώνει τον πολιτισμό της. Η Ζωή σου δεν έχει καμία απολύτως αξία. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα ελεύθερης βούλησης και επιλογής. Μια βάρκα σε ξέβρασε εδώ. Ήρθες εδώ όχι γιατί το επέλεξες αλλά γιατί οι συνθήκες σε ανάγκασαν. Τώρα παλεύεις μόνος. Μόνος, με τον ίδιο σου τον εαυτό, την οικογένεια σου, για να μπορέσεις να ζήσεις. Να μπορέσεις να σταθείς στα πόδια σου. Να μπορέσεις να ελπίζεις ξανά σε κάτι. 

Το όνομα του ήταν Εμπουκά Μαμασουμπέκ. Η ελπίδα για κείνον και την οικογένεια του χάθηκε μέσα σε ένα αστυνομικό τμήμα. Το όνομα του ήταν Ζακ Κωστόπουλος. Η ελπίδα του χάθηκε κάπου στην Γλαδστώνος. Πέθανε στο δρόμο, λόγω ισχαιμικού επεισόδιου που προκλήθηκε από πολλαπλά τραύματα. Αν με ρωτούσες για τον υπαίτιο θα σου λεγα πως δεν είναι ένας. Ήταν πολλοί περισσότεροι. Από την μια αυτός που τον σάπισε στο ξύλο μέχρι θανάτου αλλά και όλοι εμείς οι Κυρ Παντελήδες που κοιτούσαμε να αργοπεθαίνει και γύρίσαμε στα σπίτια μας σαν καλοί νοικοκυραίοι. Μπορεί να μην ήρθε από άλλο τόπο. Ήταν όμως ενα άλλοιωτικό παιδί. 

Ο Θάνατος του, όπως και ο θάνατος του Εμπουκά, του Σαχζάτ Λουκμάν, του Παύλου, του Αλέξανδρου, της Κανελλοπούλου, του Κουμη, του Καλτεζά, του Σωτήρη Πέτρουλα, του Νίκου Τεμπονέρα, της Βασιλακοπούλου, του Μπελογιάννη, του Τάσου Τούση( ποιός μπορεί να βγάλει άλλωστε από τη μνήμη του, εκείνη τη μάνα, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της.Τότε, είναι που ο Γιάννης Ρίτσος εμπνέεται και ξεκινά να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο»)  είναι η έκφραση του εκφασισμού μιας κοινωνίας που σαπίζει . 

Ξέρεις, η μόνη απάντηση στον σκοταδισμό, το φασισμό, τον ρατσισμό, την ομοφοβία είναι να αναζητάμε τον άνθρωπο όπου και αν βρίσκεται. Στον Κεμάλ,ο Γκάτσος έγραψε οτι αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.  Και όμως, αυτός ο κόσμος μπορεί και πρέπει να αλλάξει Κεμάλ. Για κείνη τη θηλιά που μας πνίγει,για το παρόν αλλά και το μέλλον.  Πρέπει να αλλάξει και θα αλλάξει! 



«Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί, με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»


Καλή συνέχεια

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Στο Δρόμο!



 Δευτέρα. Η εβδομάδα στο κλεινόν άστυ ξεκινά κανονικά. Εγώ, βρίσκομαι κάπου επί της Πανεπιστημίου και περπατώ. Περιμένοντας  στη διάβαση για να περάσω απέναντι τον δρόμο αντικρίζω στον εξωτερικό χώρο της Εθνικής Βιβλιοθήκης έναν άνθρωπο ημιλιπόθυμο να έρπεται στο μάρμαρο και να το φιλά. Η χρήση από τα ναρκωτικά τον είχε φτάσει σε αυτή την εξευτελιστική κατάσταση. Παρά δίπλα, δύο φίλοι οι οποίοι ήταν κάπου στα 25 βγάζουν τα κινητά τους και τραβούν το στιγμιότυπο αυτό. Φωτογραφικές λήψεις και live μετάδοση ακολουθούν το γεγονός ενώ γέλια ακούγονταν καθ’ όλη τη διάρκεια του περιστατικού. 

 Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως είναι οι ίδιοι άνθρωποι που λιντσάρουν τον αδύναμο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον ψυχικά ασθενή που θέλει να θέσει τέλος στη ζωή του(με ένα  κοινό άλαλο να παρακολουθεί τη πράξη αυτή απαθανατίζοντας την για ένα like στα social media), το καθετί διαφορετικό που θεωρούμε ξένο σε τούτο τον τόπο.

 Το λιντσάρισμα είναι κάτι που υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει όσο εμείς οι ίδιοι το επιτρέπουμε.  Είναι η έκφραση του εκφασισμού μιας κοινωνίας που σαπίζει κι επειδή δεν έχει σε τίποτα να ελπίζει βρίσκει τον αδύναμο και τον εξευτελίζει, κλωτσάει μέχρι θανάτου όποιον βρεθεί σε αδύναμη θέση μπροστά της, ασκεί εξουσία με οποιοδήποτε κόστος και αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως σκουπίδι. Αν δεν αντισταθούμε στον εκφασισμό της κοινωνίας αυτής, το τέρας του φασισμού θα πάψει να μας τρομάζει και τότε θα πρέπει να φοβόμαστε γιατί αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε…

Υγ:  Τώρα είναι απλός θεατής. Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος. Τώρα πια δε χειροκροτεί, δε χειροκροτείται. Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.(…)Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής. Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος. Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός. Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται. (Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς)

Καλή συνέχεια

Υποσημείωση: To κλείσιμο αποτελεί μέρος του ποιήματος του Μανόλη Αναγνωστάη:Τώρα είναι απλός θεατής


Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Υπερασπίσου το παιδί!

Αρκετούς μήνες τώρα, το ενδιαφέρον έχει μονοπωλήσει η συζήτηση σχετικά με την αναδοχή και την υιοθεσία με αφορμή το νομοσχέδιο που μόλις χθες ψηφίστηκε. 

Μετά από αυτά που ακούστηκαν στο Κοινοβούλιο και στα Μέσα μαζικής ενημέρωσης, σκέφτομαι πως το ζητούμενο στο Νομοσχέδιο δεν θα έπρεπε να είναι η αναδοχή και η υιοθεσία από τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά η προστασία των παιδιών από την ίδια την κοινωνία, ανεξαρτήτως του φύλου των γονέων, οι προϋποθέσεις ώστε να μεγαλώνουν σε υγιές περιβάλλον χωρίς νοσηρούς ανθρώπους, η δυνατότητα να μιλούν ανοιχτά στους επαγγελματίες υγείας για την τυχόν βία που υπόκεινται καθημερινά, είτε λεκτική είτε σωματική ώστε να γίνει άμεση παρέμβαση, η δυνατότητα υιοθεσίας όχι με βάση την οικονομική ευμάρεια των γονέων αλλά με βάση την ηθική τους και τις αξίες τους. 

Κάτι που δεν ακούστηκε από κανέναν. Άλλωστε γιατί να σου πει κάποιος ότι η υιοθεσία και η αναδοχή έχει ταξικό πρόσημο εν έτη 2018; Τέλος, για όσους πιστεύουν ότι είναι πολύ προχωρημένο και ουμανιστικό να υπάρχει Επαγγελματίας ανάδοχος δηλαδή γονέας επί πληρωμή τότε λυπάμαι. Φτάσαμε να εμπορευματοποιούμε την αναδοχή στο βωμό του χρήματος...

Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Ρίτσος:Τούτη είναι η ζωή μας, τούτο το μεγάλο, τίποτα άλλο. Γέλα, κλάψε, πες ό,τι θες. Το παιδί ζωή:Ζωή!Τίποτα άλλο...


Καλή συνέχεια!




Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Μείνετε ήσυχοι!

Όταν είπαν πως θα σας κόψουν την σύνταξη, δεν πήρατε θέση. Όταν μάθατε πως τα παιδιά σας εργάζονται για 300 ευρώ, σωπάσατε. Όταν σας απέλυσαν χωρίς καμία ατιολογία είπατε «Έχει ο θεός και για μας». Όταν σας στέρησαν το επίδομα αναπηρίας λόγω των συνεχών περικοπών στον τομέα της Υγείας σωπάσατε ξανά. Όταν τα εγγόνια σας στερήθηκαν βασικών αγαθών, λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, είπατε «Κάποιο επίδομα θα δοθεί και σε εμάς. Έχει ο θεός μικρέ...». Όταν οι γείτονές σας, έχασαν το σπίτι τους, εσείς καθόσασταν στο περβάζι του δικού σας διαμερίσματος και σκεφτόσασταν « Τουλάχιστον σταθήκαμε τυχεροί και δεν ήταν το δικό μας». Όταν στα δελτία των 8 σας είπαν οτι πρέπει να γίνετε υποχείριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είπατε « Ίσως αυτό να είναι μονόδρομος». Όταν είχε γενική απεργία μου είπατε ότι είμαι γραφική. Ότι πρέπει να ασχοληθώ ουσιαστικά με τη ζωή μου. Ότι πρέπει να πάψω να κατεβαίνω στον δρόμο. Να πάψω να διεκδικώ. Να αρχίσω να συμπεριφέρομαι όπως οι άλλοι...Να κοιτάω μόνο τον εαυτό μου και τη δουλειά μου...
     Τώρα, έρχεστε να μου κουνήσετε το δάχτυλο και να δείξετε με υπέρμετρο ζήλο ότι νοιάζεστε για τη πατρίδα σας περισσότερο από εμένα. Ότι δήθεν κόπτεστε για τη Μακεδονία και την ελληνικότητά της. Ε, λοιπόν θα σας πω κάτι. Μπορεί η κοινωνία μας να φτωχοποιείται, μπορεί να μας παίρνουν το παρόν, το παρελθόν και ότι έχουμε κατακτήσει εως τώρα, μπορεί πολλά παιδιά τούτης της χώρας να υποσιτίζονται εν έτει 2018, μπορεί να αυξάνεται ραγδαία ο αριθμός των ανέργων και των αστέγων, μπορεί τα πάντα να έχουν ιδιωτικοποιηθεί, μπορεί να έχουμε γίνει αποικία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά τουλάχιστον όταν φύγουμε από αυτόν τον κόσμο χωρίς την αξιοπρέπεια μας καθώς δεν θα μας έχει απομείνει ούτε αυτή, θα μπορείτε να μείνετε ήσυχοι γιατί θα ξέρετε οτι η Μακεδονία σας θα είναι Ελληνική...



Υγ: Καλη συνέχεια













Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Το Όνομα μας,Μετανάστες!


Κλειτοριδεκτομή,σεξουαλική κακοποίηση,λεκτική και σωματική βία, trafficking, βία, εκμετάλευση, φυλακή, θανατική ποινή.Ύστερα...Πόλεμος και ξεριζωμός.

Έπειτα,για κάποιους ο Θάνατος...

Για κάποιους άλλους, αβεβαιότητα, στέρηση της ελεύθερης βούλησης καθώς και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων...

Κάποιους από αυτούς, θα τους δεις στοιβαγμένους στα σαπιοκάραβα του Αιγαίου. Άλλους πάλι,  τους ξέβρασε η Θάλασσα...Άλλους, θα τους δεις πίσω από τα σκουριασμένα κάγκελα των στρατοπέδων συγκέντρωσης...

Κάποιος κλαίει και φωνάζει δυνατά...Το παιδί μου λέει..Είναι το παιδί μου...Μετά σιωπή...Μονάχα σιωπή...

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ζητούν ζωή και όχι επιβίωση, είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν έχουν χρώμα και θρήσκευμα, που το εγώ τους γίνεται εμείς, που δεν γνωρίζουν σύνορα, που διεκδικούν πίσω από τα δεσμά μια ολόκληρης κοινωνίας την αξιοπρέπεια και την ελπίδα...

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που σήμερα, την Παγκόσμια ημέρα Προσφύγων το μόνο που έχουν να σου πουν, είναι πως...



   Τίποτε δεν έχει τελειώσει, 
η τελευταία λέξη, 
δεν ειπώθηκε ακόμη!






Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Μοντέρνοι καιροί!

Αλήθεια,πόσο μπορεί να κοστίζει η ανθρώπινη ζωή; Πόσο κοστίζει η αξιοπρέπεια; 

Πόσο κοστολογείται άραγε ολόκληρη η ζωή μας; Μας γυροφέρνει ο θάνατος το ξέρεις;

Δεν είμαστε πια ασφαλείς. Ούτε εδώ ούτε πουθενά…

Πριν λίγες μέρες ήταν εκείνος. Μάθαμε από το διαδίκτυο -βλέπεις τα νέα διαδίδονται γρήγορα- πως δεν είναι πλέον στη ζωή. Εργατικό ατύχημα είπαν. Κανένα μέσο προστασίας, κανένα εργασιακό δικαίωμα. Καμία ασφάλεια στον χώρο στον οποίο εργαζόταν…Και να ήταν μόνον εκείνος; 

Είμαστε πολλοί. Μας βλέπεις κάθε μέρα δίπλα σου, γύρω σου, χωρίς να μας δίνεις σημασία. Άλλοι εργαζόνται, κάτω από άθλιες εργασιακές συνθήκες για ένα ξεροκόμματο. Άλλοι προσπαθούν να βγάλουν κάτι από τα «μαύρα», χωρίς να έχουν κάποια ιατροφαρμακευτική κάλυψη, ανασφάλιστοι σαν να λέμε… Άλλοι, ελπίζουν πως κάποια στιγμή θα πληρωθούν. Είναι απλήρωτοι ξέρεις, εδώ και έξι μήνες. Άλλοι αναγκαστήκαμε να γίνουμε με το ζόρι ελεύθεροι επαγγελματίες. Δεν ήταν επιλογή! Ήταν επιτακτική ανάγκη για να μπορέσουμε με κάποιο τρόπο να βιοποριστούμε. Μάθαμε τι σημαίνει να μην έχεις κανένα εργασιακό δικαίωμα, τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις δυσκολίες στις διεκδικήσεις σου αλλά στο τέλος να βγαίνεις νικητής.  Η διεκδίκηση άλλωστε, είναι χρέος μας πλέον. 

Για το παρόν αλλά και για το μέλλον…

Πολλοί, έπαψαν να λέγονται εργαζόμενοι. Είναι κατ’ ανάγκη εθελοντές, μιας και δεν παίρνουν «μία» για τις υπηρεσίες που παρέχουν στον εκάστοτε εργοδότη. Άλλοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τον κίνδυνο που συνεχώς ελλοχεύει. Απροστάτευτοι στον χώρο δουλειάς. Τελικά, δεν κατάλαβα ποτέ τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην δουλειά και στην δουλεία, μιας και είμαστε δούλοι του 21ου αιώνα. Είμαστε οι σκουριασμένες εκείνες μηχανές που συντηρούν όλο αυτό το οικοδόμημα που έχει χτιστεί γύρω από το χρήμα.

Νιώθω, πως ζούμε σε εκείνους τους «Μοντέρνους καιρούς» του Τσάπλιν, που υπάρχει ανεργία, απανθρωπιά αλλά και μηχανοποίηση της κοινωνίας.

«Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα,που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα ‘μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας -και της εποχής μας.»


Καλή συνέχεια!


Yγ: O επίλογος ανήκει στον Οδυσσέα Ελύτη, οπότε και δικά σας τα συμπεράσματα...