Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Χωρίς εμάς!




Θα μπορούσες να φανταστείς μια κοινωνία χωρίς εμάς; Μια κοινωνία χωρίς δωρεάν και δημόσιο σύστημα υγείας; Μια κοινωνία με ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας; Μια κοινωνία των γκέτων και των περιθωριοποιημένων ανθρώπων; Μια κοινωνία που ο κοινωνικός λειτουργός θα ήταν απών; Μια κοινωνία που σε συνθήκες ακραίας φτώχειας καθώς και σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης δεν θα υπήρξε κανείς για να αντιδράσει; Άραγε, θα μπορούσες να φανταστείς μια κοινωνία χωρίς κρατικές δομές, χωρίς κοινωνικές υπηρεσίες, χωρίς υποστηρικτικά δίκτυα, χωρίς επαγγελματίες υγείας, χωρίς την κοινωνική αλλαγή χωρίς την κοινωνική συνοχή χωρίς το εμείς; Όχι! δεν θα μπορούσες. 

Γιατί, μια κοινωνία χωρίς κοινωνικούς λειτουργούς δεν είναι τίποτα. Εμείς, οι κοινωνικοί λειτουργοί, βρισκόμαστε καθημερινά στην πρώτη γραμμή με οποιοδήποτε κόστος. Εργασιακή επισφάλεια, ανασφάλεια για το μέλλον, ολιγόμηνες συμβάσεις και συμβάσεις έργου, άλλοι μισθωτοί και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι καλούμαστε ανά πάσα ώρα και ανά πάσα στιγμή να διαχειριστούμε και, πολλές φορές, να ακολουθήσουμε ή και να μην ακολουθήσουμε -έχοντας πάντα τον κίνδυνο της απόλυσης να ελλοχεύει- εκάστοτε λανθασμένες πολιτικές επιλογές του κράτους οι οποίες στην πλειονότητά τους φέρουν καταστροφικό αντίκτυπο στον ίδιο τον άνθρωπο τον οποίο έχουμε κληθεί να υποστηρίξουμε. 

Άλλωστε, έχουμε αποδείξει πολλές φορές ότι  ο κοινωνικός λειτουργός βρίσκεται πάντα δίπλα  στον αδύναμο, τον κατατρεγμένο και σε οποιαδήποτε ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού ανεξαρτήτως φύλου, θρησκείας, χρώματος και οποιασδήποτε ιδεοληψίας. Έχουμε αποδείξει πως ο ψυχικά νοσούντας, ο άστεγος, ο άνεργος, ο πρόσφυγας, ο μετανάστης, ο άπορος, ο χρηστής εξαρτησιογόνων ουσιών, τα άτομα με αναπηρία, οι κρατούμενοι και οι κρατούμενες αυτού του κόσμου έχουν φωνή.

Έχουμε αποδείξει ότι σε πείσμα των καιρών θα είμαστε εκεί, μέσα σε εκείνο το αμφισβητούμενο κράτος πρόνοιας στο οποίο θα απαντάμε με αλληλεγγύη, θα απαντάμε με διεκδικήσεις και πως χωρίς τον άνθρωπο δεν είμαστε κανείς. 

Θα απαντάμε όμως και με εκείνες τις Ιστορίες του κ. Κόυνερ που θα μας θυμίζουν πάντα ποιοί πραγματικά είμαστε: «Ο κύριος Κόυνερ διέσχιζε μια κοιλάδα, όταν έξαφνα πρόσεξε πως πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα ένα θαλάσσιος βραχίονας, και πως πλησίαζε η ώρα της πλημμυρίδας. Σταμάτησε, λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς η βάρκα δε φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει πως το νερό δεν θα ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό του έφτασε ως το σαγόνι, εγκατέλειψε κι αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει, επιτέλους, πως αυτός ήταν η βάρκα».


Καλή συνέχεια

Υποσημ: Οι ιστορίες του κ. Κόυνερ (Μπρεχτ) έχουν έναν κοινό άξονα: δείχνουν τη συμπεριφορά του ατόμου, του κ. Κόυνερ, απέναντι σε φαινόμενα της καθημερινής ζωής, και τις αντιδράσεις του απέναντι σε καθιερωμένες αντιλήψεις κα καταστάσεις.

*Το βίντεο που επέλεξα να χρησιμοποιήσω  υπήρξε ένα ποιητικό κείμενο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη), το οποίο γράφτηκε αρκετά χρόνια πίσω. Παραμένει ωστόσο πάντα επίκαιρο και διαχρονικό καθώς καταγράφει στην ολότητα της την ίδια την κοινωνία. Η μελοποίηση έγινε από τους Μιχάλη και Παντελή Καλογεράκη. Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Της Αγάπης


Κάθε Πάσχα, που θυμάμαι τον εαυτό μου, βρίσκομαι εκεί. Ήταν λες και είχα δώσει μια άτυπη υπόσχεση σε μένα, στους γονείς μου και στους παππούδες μου. Μια υπόσχεση, που δύσκολα αθετεί κάποιος που είναι συνδεμένος με τον τόπο και τις ρίζες του. 


Πάντα μου άρεσαν τα ήθη και τα έθιμα του χωριού, άλλωστε. Τη Μ. Πέμπτη το βάψιμο των αυγών από την γιαγιά μου αλλά και ο στολισμός του επιταφίου, ειδικότερα όταν γίνονταν από τις γυναίκες του χωριού. Την Μ. Παρασκευή το αίσθημα κατάνυξης καθώς και το μυσταγωγικό τοπίο από την περιφορά του επιταφίου(μπορεί τα τελευταία χρόνια να μην πηγαίνω, αλλά έχω δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό μου, να παραμένω στην βεράντα του σπιτιού μου και να την παρακολουθώ από ψηλά έχοντας αναμμένα τα κεριά. Τελικά με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό ήταν μια υπόσχεση που την χρωστούσα στον παππού μου τον Γιάννη ο οποίος  έχει φύγει από τη ζωή. Τον θυμάμαι έντονα τα τελευταία χρόνια της ζωής του να κάθεται εκεί με αναμμένα κεριά και να παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά), το Μ. Σάββατο, ο ήχος από τις καμπάνες, το οικογενειακό τραπέζι μετά την «ανάσταση» και ύστερα η Κυριακή του Πάσχα. Οι γειτονιές, οι μυρωδιές, οι θύμησες, οι μνήμες, οι παλιές ιστορίες από τον παππού μου τον Θύμιο, τα τραγούδια, οι χοροί, τα γέλια, οι χαρές, οι πλάκες. Όλα εκεί.

Πως καταφέρνουν άραγε όλα εκείνα τα σημαντικά να χωρούν σε μια μόνο στιγμή; Έπειτα, η Δευτέρα του Πάσχα. Από την γιαγιά μου την Λουκία ξέρω ότι εκείνη την ημέρα είναι «της αγάπης». Παιδιά όμορφα ντυμένα να τριγυρνούν στους δρόμους και στα σοκάκια του χωριού παίζοντας και γελώντας. Όμορφο πολύ το Πάσχα. Μάλλον μου θυμίζει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, τι σημαίνει να αγαπάς και να αγαπιέσαι, τι σημαίνει η λέξη οικογένεια, η λέξη φίλος, η λέξη αδερφός, η λέξη σύντροφος, η λέξη αγάπη αλλά και η λέξη αλληλεγγύη.  

Το φετινό Πάσχα δεν θα είναι το ίδιο. Δεν θα μπορέσω να τηρήσω και εκείνη την υπόσχεση. Εν μέσω μιας πανδημίας άλλωστε, αλλάζουν και ανατρέπονται πολλά. Κάθε μέρα είναι και μια αναμέτρηση με τον ίδιο σου τον εαυτό, ένα τεστ αντοχής, ένας διαρκής αγώνας. Αυτό που δεν αλλάζει όμως είναι ο νους. Και ο νους μου θα είναι μόνο εκεί, στον ένδοξο και πολυτραγουδισμένο Παρνασσό και στους δικούς μου ανθρώπους. 

Θα είναι ένα αλλιώτικο Πάσχα. Το σίγουρο όμως είναι ότι θα είναι πιο ουσιαστικό, καθώς θα μετρήσουμε τους ανθρώπους μας είτε από τα μπαλκόνια, είτε από τις οθόνες, είτε από τα τηλέφωνα. Θα είναι ένα Πάσχα, χωρίς εισαγωγικά και παρενθέσεις, χωρίς εκπτώσεις. Ένα Πάσχα που θα μας θυμίζει τον Γιάννη Ρίτσο και εκείνες τις όμορφες γειτονιές του κόσμου «Να λείπεις-δεν είναι τίποτα να λείπεις αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, θα σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα που γι’ αυτά έχεις λείψει, θά’ σαι για πάντα μέσα σ’ όλο τον κόσμο».




*Κάλο Πάσχα και καλή Ανάσταση σε όλους τους κατατρεγμένους και βασανισμένους αυτού του κόσμου.

Υπσημ:  Το μικρό απόσπασμα στο κλείσιμο του κειμένου μου είναι από  την ποιητική συλλογή «Οι γειτονιές του κόσμου», του Γιάννη Ρίτσου. Εκδόσεις: Κέδρος, 1957


Το βίντεο που επέλεξα για το τέλος αποτελεί μελοποιημένη έκδοση του ποιήματος «Εαρινή Συμφωνία», του Γιάννη Ρίτσου, από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. 

Πρόκειται για έναν ύμνο. Έναν ύμνο στην άνοιξη της ψυχής.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Άννα,μην κλαις!

Τούτες τις μέρες που ο άνεμος μας κυνηγάει πρέπει να μη λυγίσουμε. Πρέπει να σταθούμε όρθιοι και δυνατοί έχοντας ο ένας τον άλλον. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου και αν βρίσκεται. Να εντοπίσουμε τον αδύναμο και να τον βοηθήσουμε με όποιον τρόπο μπορούμε. Άλλωστε, ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει. Μην απομονωθούμε. Μην κλειστούμε στους εαυτούς μας. Να διαβάσουμε πολλά βιβλία, να δούμε ταινίες, να συζητήσουμε με τους δικούς μας ανθρώπους, να ταξιδέψουμε σε άλλους κόσμους, έστω και νοερά. Να μοιραστούμε σκέψεις και συναισθήματα. Κανείς και καμία μόνη σε όλο αυτό. 



Μη διστάσουμε να πούμε «φοβάμαι», «μου λείπεις», «σ'αγαπώ», «να προσέχεις». Μη ξεχάσουμε ούτε για μια στιγμή τούτες τις μέρες πως είναι να ονειρεύεσαι τις νύχτες. Να τραγουδάμε όσο πιο δυνατά μπορούμε ώστε να γεμίσουν οι  γειτονιές νότες από τραγούδια. Να κρατάμε καλά φυλαγμένους εκείνους τους στίχους του Κώστα Τριπολίτη «Αλλά εγώ Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν», καθώς και  εκείνο το απόσπασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη από το ποίημα, (Τοπίο). «Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση. Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή, χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή. Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη». 

Θέλω, να μην ξεχάσουμε τους ανθρώπους μας. Να είμαστε εκεί, ο ένας για τον άλλον. Ανά πάσα ώρα. Ανά πάσα στιγμή. Για το παρελθόν, για το παρόν αλλά και για το μέλλον. Για κείνα τα όμορφα που ζήσαμε μαζί τους, για τα δύσκολα και για κείνα τα όμορφα που θα έρθουν. 


Θα έρθει ο καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα ρθει καιρός που θα περπατάμε κάτω από τους ίσκιους των δέντρων, που δεν θα φοβόμαστε το αύριο, που θα κάνουμε πολλά σχέδια και πολλά όνειρα. Θα ρθει καιρός που η πόλη δεν θα είναι νεκρή και θα σφύζει από τα γέλια των παιδιών που θα παίζουν στις αλάνες και στις πλατείες. Θα ρθει καιρός που θα χαμογελάμε ξανά και δεν θα κλαίμε μόνοι μας τα βράδια στα κρυφά.

θα ρθει και κείνος ο καιρός που «θα ξαναβρεθούμε μια μέρα και τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια θα ναι δικά μας».
(Αγαπημένη μου, Τάσος Λειβαδίτης)