Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Μια ριζοσπαστική κοινωνική εργασία,είναι εφικτή;!





Φτωχοποίηση της κοινωνίας, ραγδαία αύξηση της ανεργίας, μειώσεις μισθών και συντάξεων, απολύσεις, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συμβάσεις έργου, εντατικοποίηση της εργασίας, διάλυση των ισχνών κοινωνικών παροχών πρόνοιας καθώς και υποβάθμιση αυτών, προώθηση του ιδιωτικού τομέα, περικοπές και διάλυση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, αύξηση του ρατσισμού καθώς και της ρητορικής μίσους, αύξηση των κοινωνικών φαινομένων όπως χρήση ουσιών, ενδοοικογενειακή βία, ραγδαία αύξηση των αυτοκτονιών είναι κάποια σοβαρά ζητήματα της ελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος καθημερινά ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας και δη ο κοινωνικός λειτουργός ο οποίος αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο άτομο, το σχολείο, την οικογένεια, τις υπηρεσίες, την κοινότητα και τους λοιπούς φορείς. 

Τελικά μια ριζοσπαστική κοινωνική εργασία θα μπορούσε να είναι εφικτή στις μέρες μας;!

Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Κοινωνικών Λειτουργών (IFSW) αποφάσισε πως το επάγγελμα οφείλει μέσα στα επόμενα χρόνια και εν μέσω οξείας οικονομικής κρίσης να διεκδικήσει και να επαναδιεκδικήσει την προτεραιότητα της «πολιτικής δράσης» και να αναπτύξει μια συλλογική φωνή για την κοινωνική ανάπτυξη, τους επαγγελματίες και ακαδημαϊκούς κοινωνικής εργασίας. Η ριζοσπαστική κοινωνική εργασία είναι μια γενικευμένη θεώρηση που πηγάζει από τα κοινωνικά κινήματα και ενημερώνει τη θεωρία και πρακτική του επαγγέλματος επιδιώκοντας κοινωνική δικαιοσύνη και κοινωνική αλλαγή. Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο είναι σημαντικό  τόσο οι κοινωνικοί λειτουργοί όσο και τα άτομα τα οποία εξυπηρετούν να αντιληφθούν, να κατανοήσουν και να αναλύσουν τις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές αναφορές των κοινωνικών προβλημάτων. Στόχος, δεν είναι μόνο η διαχείριση των εκάστοτε προβλημάτων αλλά η ανατροπή των αιτιωδών σχέσεων που οδηγούν στην εκμετάλλευση, καταπίεση και αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων. 

Πρόσφατα, διάβασα πως «μια καλύτερη κοινωνία δε θα προκύψει αυτόματα, ανεξάρτητα από το πόσο προσπαθούμε εμείς ή όχι. Έπειτα από δεκαετίες στις οποίες ζήσαμε με την καταπιεστική αίσθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος από την κοινωνική και περιβαλλοντική αποτυχία των μοντέρνων κοινωνιών, μπορούμε πια να ξανακερδίσουμε την αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία που προκύπτει από την επίγνωση πως τα προβλήματα μπορούν να λυθούν».   

Πράγματι, αυτό μπορεί να συμβεί. Τον δρόμο τον έχει δείξει άλλωστε ο  Freire ο οποίος  περιέγραψε διεξοδικά τον τρόπο με τον οποίο οι πιο καταπιεσμένες ομάδες του πληθυσμού ζώντας υποταγμένες σε ένα σύστημα που αναπαράγει τη δυναμική του με κάθε τρόπο,  σταδιακά εσωτερικεύουν την καταπίεση και τη δέχονται ως φυσιολογική και νομοτελειακή. Ο ίδιος, υπογράμμιζε τη σημασία που έχει για την κοινωνική εργασία η προσπάθεια να καταλάβουν οι πλέον καταπιεσμένες ομάδες του πληθυσμού τις αιτίες της καταπίεσης και συνειδητά να αναπτύξουν δράση προς την εξάλειψη αυτών των αιτιών.

Χαρακτηριστικά είχε δηλώσει «Όταν νίπτει κανείς τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δεν σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών». Συνεπώς, δεν νοείται πολιτική ουδετερότητα στο επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού. Χρειάζεται αφύπνιση της κοινωνίας και συνεχής παρακίνηση για συλλογική δράση η οποία θα συμβάλλει στην κοινωνική αλλαγή. 

Η ριζοσπαστική κοινωνική εργασία, μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των καταπιεσμένων και ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού έχοντας ως κύριο στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη. Και ναι! Είναι εφικτή. Άλλωστε το παράδειγμα υπάρχει. Ήταν κάπου τη δεκαετία του ’70 στην Βρετανία, τον Καναδά και την Αυστραλία όταν κοινωνικοί  λειτουργοί  και πολιτικοί  ακτιβιστές στο πεδίο, αμφισβήτησαν με τη δράση τους την παραδοσιακή θεώρηση της φιλανθρωπίας. Συγκεκριμένα, εργαζόμενοι μαζί με ευάλωτες κοινωνικά ομάδες, ανέδειξαν το ρόλο της φιλανθρωπίας στο σχεδιασμό και υλοποίηση προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας και πως αυτός υπονομεύει την αυτάρκεια και την αξία των ανθρώπων που λόγω άδικων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών στερούνταν προνομίων και ελευθεριών.

Εν κατακλείδι, σκέφτομαι πως η ριζοσπαστική κοινωνική εργασία, θα μπορούσε να αντικατοπτριστεί στο θεατρικό έργο του Μπρεχτ «Η απόφαση»: Άλλαξε τον κόσμο. Το έχει ανάγκη. Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν ’αλλάξεις: Οργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση. Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά. Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία. Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου. Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα ν ’αλλάξουμε.





Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για το άρθρο:



Ιωακειμίδης Β. (2012) Κοινωνική Εργασία για την κοινωνική Δικαιοσύνη, Αθήνα: Ίων
 
Τελώνη, Δ.(2014)Μια άλλη Κοινωνική Εργασία είναι εφικτή, «Ριζοσπαστική και Κριτική  Κοινωνική  Εργασία  στην  Ελλάδα  της  Κρίσης, Κοινωνικοί Λειτουργοί και εξυπηρετούμενοι, Κινήματα: Κοινή Δράση για την Κοινωνική Δικαιοσύνη»

Υπ.σημ: Στο Wikipedia, θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς πληροφορίες για τον Paulo Freire






Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

Εκείνο το παιδί με τη Σάλπιγγα!


Μέρες που είναι, φέρνω στο νου μου εικόνες, μυρωδιές, χρώματα, φωνές, τραγούδια. Φέρνω στο νου μου το παλιό σπίτι στο χωριό. Την αυλή, την πέτρινη βρύση και εκείνη την μπλε σιδερένια κούνια. Βλέπεις, την είχε φτιάξει ο παππούς μου ο Γιάννης. Ατέλειωτα παιχνίδια. Τον χειμώνα, δεν την διέκρινες βέβαια. Θαμμένη μέσα στο χιόνι. Θυμάμαι τα κάστανα στο τζάκι, θαρρείς και η φλόγα του καίει ακόμη και σήμερα. Θυμάμαι ακόμη και τη γιαγιά την Ευθυμία να πίνει τον ελληνικό καφέ της, τα παιδιά που έμπαιναν από την αυλόπορτα για τα κάλαντα των Χριστουγέννων, τη μυρωδιά από τις δίπλες της μητέρας μου, το ζυμωτό ψωμί της γιαγιάς μου της Λουκίας και τα κάρβουνα έτοιμα πάνω στη φωτιά περιμένοντας τον παππού μου τον Θύμιο να ετοιμάσει εκείνα τα λαχταριστά χειροποίητα σουβλάκια. Θύμησες, νοσταλγία και μνήμες. Πολλές μνήμες. Η Δημουλά είχε δίκιο τελικά. Η μνήμη, κύριο όνομα των  θλίψεων, ενικού αριθμού. Μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη. Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Μέρες που είναι, μνημονεύω εκείνους που έφυγαν.Κάθε Χριστούγεννα, που πηγαίνω στο χωριό νιώθω ηρεμία και γαλήνη. Δεν ξέρω αν περιγράφεται με λέξεις. Το πρόσωπο μου φωτίζεται. Ανοίγω την ξύλινη πόρτα και πηγαίνω στο δωμάτιο του παππού μου. Το ξέρω πως δεν βρίσκεται εκεί αλλά κάθομαι λίγο. Είναι μάλλον εκείνη η ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει ότι ίσως από κάπου τον βλέπουν εκείνοι που έχουν φύγει. Έπειτα, κοιτάω τα φωτογραφικά άλμπουμ. Χαμογελώ και συγκινούμαι. Για όσα ζήσαμε, για όσα δεν καταφέραμε να ζήσουμε με τους δικούς μας ανθρώπους, για κείνα τα όμορφα που θα έρθουν και που θα δημιουργήσουμε κουβαλώντας όμορφους ανθρώπους και αναμνήσεις.Μέρες που είναι λοιπόν, μέτρησε τους ανθρώπους σου, πήγαινε εκεί που είναι ο τόπος σου. Μείνε με την οικογένεια σου, γέμισε το σπίτι με γέλια και τραγούδια. Ένα «σε αγαπώ να προσέχεις» και μια αγκαλιά.  Αυτά να είναι τα δώρα σου.
Μέρες που είναι, θυμήσου και εκείνο το παιδί με τη σάλπιγγα του Νικηφόρου Βρεττάκου:«Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την πας ως την άκρη του κόσμου. Nα την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα αναμμένα για τα Χριστούγεννα-στο τζάκι του Νέγρου ή του Έλληνα χωρικού.Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά στα παράθυρα των φυλακισμένων.Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο. Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την κάνεις τις νύχτες ορατές νότες, έγχρωμες, στον αέρα του κόσμου. Να την κάνεις αγάπη».